- μειουρίζω
- μειουρίζω (Α) [μείουρος]1. (μτβ.) (σχετικά με εξάμετρο στίχο) καθιστώ μείουρο2. (αμτβ.) είμαι μείουρος.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
μειουρισμός — μειουρισμός, ὁ (Α) [μειουρίζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μειουρίζω*, αλλ. μυουρισμός … Dictionary of Greek
μειουρία — μειουρία, ἡ (Α) [μείουρος] (σχετικά με εξάμετρο) το αποτέλεσμα τού μειουρίζω*, αλλ. μυουρία … Dictionary of Greek